ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΤΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ (δις, το 2016 και το 2017) ύστερ’ από εντολή του εισαγγελέως Λευκάδος.


Ιερώνυμος Μπος: Είναι ο Όμηρος και ο Ντάντε της ζωγραφικής, ο μύστης, ο θεϊκός υπέρτατος ζωγράφος. Όσο για την ελληνική δικαιοσύνη και τη δικαιοσύνη παγκοσμίως, όλα είναι καταγραμμένα εδώ στη ζωγραφιά ετούτη.

ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΣ-ΚΑΤΑΘΕΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ «παρανομία» να συντάξω επιστολή με την οποία ζητούσα από την πολιτεία την προστασία εμού και των γειτόνων μου…από τους κυνηγούς.

ΑΠΟΛΟΓΙΑ-ΚΑΤΑΘΕΣΗ:

Ο ΛΟΓΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ, εμπεριέχεται σαφέστατα στην ίδια την επιστολή. Αλλά, ας προσπαθήσω (εφόσον μου ζητείται) να κάνω τον μάταιο κόπο -και πολύ χρήσιμο συνάμα…) να μεταφράσω τον λόγο αυτόν, από τα ελληνικά στα… ελληνικά:

Η επιστολή συνετάχθη από εμένα τη παροτρύνσει του κυρίου Γεωργίου Βάσιου, κι όχι μόνο. Ο κύριος Βάσιος εκπροσωπεί, σε συλλογικά ζητήματα, τους μονίμους (καθ’ όλη την διάρκεια του έτους) κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι ανήκουν σε διάφορες εθνικότητες αλλά είναι κυρίως Γερμανοί.

1. Ο κύριος Βάσιος και οι άλλοι καταγγέλοντες απευθύνθηκαν σε μένα, ίσως επειδή έχω σπουδάσει νομικά, κι ακόμα ίσως επειδή, όντας ποιητής, μπορώ να μπω στην ουσία του προβλήματος και να περιγράψω τα πραγματικά γεγονότα πλήρως, με παρρησία, σαφήνεια και ακρίβεια.

2. Αποδέχτηκα την πρόταση να συντάξω την επιστολή διότι ο κίνδυνος θανασίμου ατυχήματος (συχνά οι κυνηγοί σκοτώνονται μεταξύ τους ή σκοτώνουν αθώους πολίτες) σε τέτοιες περιοχές είναι μέγας.

3. Αποδέχτηκα την πρόταση να συντάξω αυτή την επιστολή διότι σε τέτοιες περιπτώσεις καραδοκεί ο μέγιστος κίνδυνος της αυτοδικίας. Διότι ο αθώος, είναι απρόβλεπτος, ακόμη κι ως προς τον ίδιο του τον εαυτό. Προσωπικές προσβολές, κατατρομοκρατήσεις και αδικίες γενεών, αθροίζονται και γίνονται ένα μείγμα που όταν εκρήγνυται σκορπά τον θάνατο. Όπως συνέβη πριν από λίγα χρόνια με τον ποιμένα του Αγρινίου, που, «βιαζόμενος» επί 39 έτη από τους παλικαράδες κυνηγούς, βιαζόμενος αυτός και η οικογένειά του κατά συρροήν (με τις αρχές και τις υπηρεσίες να κωφεύουν) άστραψε και βρόντηξε σκορπώντας τον θάνατο αδιακρίτως, θανατώνοντας ακόμη κι έναν δεκαεπτάχρονο που η ηλικία του δεν του επέτρεψε να έχει την ωριμότητα να κατανοήσει το τί πράγματι κάνει, ποδοπατώντας φράχτες και τουφεκίζοντας μέσα σε ιερές ιδιοκτησίες, ανάμεσα σε κοπάδια μ’ εγκύους προβατίνες….

4. Αποδέχτηκα την πρόταση να συντάξω αυτή την επιστολή διότι:

α) Είμαι κι εγώ μόνιμος κάτοικος της περιοχής (παρόλο που εφέτος για λόγους επιβίωσης κατέφυγα στην αγροικία των γονέων μου στο Αγρίνιο) και υπέστην ο ίδιος την κατατρομοκράτηση τού να κυνηγούν και να πυροβολούν κοντά στο σπίτι μου, ανάμεσα στα σπίτια μας, με τα σκυλιά τους κάποτε να περνούν τρέχοντας μες από τις αυλές μας και τα σκάγια τους να πέφτουν στα παράθυρά μας.

β) Είμαι ενεργός πολίτης, οπαδός της άμεσης δημοκρατίας του Κλεισθένους και του Σόλωνος, την οποία εφαρμόζω πάντοτε και παντού, παρόλο που για τους λαούς αποτελεί το αεί ζητούμενον και μηδέποτε ερχόμενον, παρόλο που το Ελληνικό Κράτος έχει ως πολιτευμά του την κληρονομική ολιγαρχία (όπως εγώ την αποκαλώ, εραστής όντας πάντοτε του να λέγω τα πράγματα με το ακριβές όνομά τους).

Ως ενεργός πολίτης έχω την υποχρέωση και το δικαίωμα να καταγγέλλω παν ό,τι με τρομοκρατεί ή τρομοκρατεί τους συμπολίτες μου, παν ό, τι παραβιάζει την ιερότητα του ζωτικού μου χώρο, παν ό,τι είναι παράνομο, έστω και αν θεωρείται νόμιμο, καλυπτόμενο κάτω από παρωχημένους νόμους, οι οποίοι έχουν την καταγωγή τους σε νόμους που εθέσπισεν η ύβρις βαρβάρων κατακτητών.

Μήπως δεν είναι ο Λευκάδιος ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, εις εκ των ελευθερωτών των Ιονίων Νήσων, που έγραψε το ποίημα «Φωτεινός»; Τί καταγράφει και καταγγέλει με το ποίημά του αυτό ο μέγας πατριώτης και ποιητής; Τον νόμο του βαρβάρου κατακτητή σύμφωνα με τον οποίο για τους κυνηγούς δεν υπάρχουν ιδιοκτησίες και δικαιώματα ιδοκτητών, αλλά μόνο το δίκιο του δυνατού, το δίκιο του δυνάστη, του κατακτητή, η άνευ όρων αυθαιρεσία και βαρβαρότητα.

Είναι σημαδιακό το ότι στο νησί του «Φωτεινού», στο νησί του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο εισαγγελεύς Πρωτοδικών Λευκάδος, κατηγορεί έναν ποιητή, διότι συντάσσει επιστολήν δια της οποίας εκφράζει την αγανάκτησή του και την αγανάκτηση των γειτόνων του, για την κατατρομοκράτηση που υφίστανται από τους κυνηγούς. Άραγε, για ποιο λόγο, μετά τρία έτη; Κάποιοι αρμοδιότεροί του πρέπει να το ψάξουν.

Και να του μάθουν ότι Ο ΝΟΜΟΣ ΕΓΙΝΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΙ ΟΧΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΜΟ.

Να του μάθουν ότι η λέξη ΝΟΜΙΜΟΝ διαβάζεται κι ανάποδα.

Να του μάθουν ότι και οι τύραννοι έχουν νόμους, που τους επικαλούνται, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τους σεβόμαστε.

Να του μάθουν ότι πάνω από εισαγγελείς και κρατικές υπηρεσίες που αδιαφορούν για τη ζωή του πολίτη, υπάρχει ο κυρίαρχος λαός, μαζί με όλους εκείνους τους «θνητούς αθανάτους» που αποτελούν την ψυχή του και τους πραγματικούς εκφραστές του.

5. Ανέλαβα να συντάξω αυτή την επιστολή, διότι είμαι ποιητής. (Εγγλέζικο περιοδικό, δώδεκα έτη πριν, με κατατάσσει μεταξύ των 15 εν ζωή σημαντικοτέρων ποιητών της οικουμένης). Κι ο ποιητής γεννιέται, δεν γίνεται, ούτε με σπουδές, ούτε με πλούτη, ούτε με τα μέσα. Γεννιέται. Και δεν φταίει που γεννιέται τέτοιος που γεννιέται. Δεν το ζήτησε. Κι αφού γεννιέται τέτοιος, «σηκώνει στους ώμους του» καθώς λέει ο Ρεμπώ, «όλη την ανθρωπότητα, ακόμα και τα ζώα». Κι αφού γεννιέται τέτοιος, είναι γι’ αυτόν βιολογική ανάγκη, η υπεράσπιση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, είναι γι’ αυτόν βιολογική ανάγκη η παρρησία, η έκφραση, η αλήθεια και η ομορφιά.

Κι ο Θεοδωράκης; Ο Μίκης Θεοδωράκης στο ποίημα-τραγούδι του, λέει για τον επίσης Λευκάδιο ποιητή (τι συμπτώσεις!!!): «Άγγελε Σικελιανέ, σ’ εσέ κράζω. / Η ψυχή της πατρίδας μου, είσαι εσύ, πολύμορφο ποτάμι».
Διότι ο μέγας αυτός άνθρωπος του πολιτισμού, ο μεγαλύτερος αυτή τη στιγμή σε όλη την ανθρωπότητα, γνώριζε το απλούστατο για έναν όντως Έλληνα: Γνώριζε αυτό που ο εισαγγελεύς ούτε καν υποψιάστηκε ποτέ. Ότι δηλαδή οι ποιητές αποτελούν την ψυχή του λαού τους, κι ως τέτοιοι, όχι μόνο δεν μπορούν να σωπάσουν, αλλά το ίδιο το Σύμπαν τους απαγορεύει τη σιωπή. Διότι ο ποιητής ως προς ένα επίπεδο αντιλήψεως, ανήκει μεν στις ανθρώπινες κοινωνίες κι αποτελεί μέρος των ανθρωπίνων συστημάτων, αλλά στο επίπεδο της υπερπραγματικότητος, είναι πολίτης του Σύμπαντος (δεν το λέγω μόνον εγώ) κι ως τέτοιος, εν μέρει μόνον κινείται συμφώνως προς τους κοινωνικούς νόμους (και μόνο όταν αυτοί είναι σύμφωνοι προς τους συμπαντικούς νόμους). Ο ποιητής κινείται συμφώνως προς τους συμπάντιους νόμους και με τον τρόπο του Αγίου Καραϊσκάκη ή καλύτερα του Νίτσε, λέγω ότι, δίνει λόγο (απολογείται) μόνον στον εαυτό του και στο Σύμπαν (που είναι ο μεγάλος του εαυτός). Σε κανέναν άλλον.

«Υπερβολές», θα πει κάποιος ανόητος. Γιατί αγνοεί ότι, είναι η υπερβολή που φέρνει την υπερβολή. Αλλά, τί είναι η ποιητική υπερβολή; Είναι η περιοχή της πρωταρχικής κανονικότητας, που κάποτε αποκαλείται «Η Χρυσή Εποχή». Της πρωταρχικής κανονικότητας, από την οποία πέφτοντας η ανθρώπινη συνείδηση κι ευρισκόμενη πλέον εν υπνώσει, θεωρεί κανονικότητα την ζούγκλα μέσα στην οποία ζει, κι αποκαλεί υπερβολή την πρωταρχική κανονικότητα του ποιητή.

*
ΝΑΙ, Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΛΕΥΚΑΔΟΣ, έκανε ό,τι μπορούσε. Κάποτε μάλιστα βρήκε τους κυνηγούς με τ’ αυτοκίνητά τους, τα σκυλιά τους και τα όπλα τους έξω από το πορτόνι μου. Εκεί οι αστυνομικοί ζήτησαν από εμένα να πω, αν θέλω να γίνει μήνυση, κι εγώ τους είπα: «Αν δίνουν τον λόγο τους ότι δεν θα μας ξαναενοχλήσουν δεν κάνουμε μήνυση». Οι κυνηγοί είπαν ότι δεν θα μας ξαναενοχλήσουν και χωρίσαμε οι τρεις ανθρώπινες ομάδες φιλικά.

*
ΝΑΙ, ΟΙ ΤΟΥ ΔΑΣΑΡΧΕΙΟΥ ΛΕΥΚΑΔΟΣ, όντας άλλωστε οι περισσότεροί από τους ίδιους κυνηγοί (όπως έχω αντιληφθεί), λένε τη μισή αλήθεια. Πουθενά δεν αναφέρουν ότι τους τηλεφωνούσαν, εκτός από τον κύριο Βάσιο, εγώ, η γυναίκα μου είτε άλλοι που ήσαν γείτονες ή φιλοξενούμενοι και ήσαν μάρτυρες των γεγονότων.

Πουθενά δεν αναφέρουν πως όταν τους βρίσκαμε, έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν για ποιο πράγμα μιλάμε, ή έλεγαν ότι βρίσκονταν μακριά και δεν μπορούσαν να έρθουν, κι όταν κάποτε έρχονταν, εσκεμμένως έρχονταν πολύ καθυστερημένα, όταν οι κυνηγοί πλέον είχαν γίνει άφαντοι, αφήνοντας πίσω τους άδεια φυσίγγια και τη μυρουδιά του μπαρουτιού.

*
ΝΤΡΑΠΗΚΑ ΟΤΑΝ ΔΙΑΒΑΣΑ ΟΤΙ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, του πολιτισμού, της ποιήσεως, ένας εισαγγελεύς κατηγορεί έναν ποιητή για ψευδή καταγγελία. Ντράπηκα διότι στη χώρα της ποιήσεως, ένας εισαγγελεύς, ως να ήτο δικαστής του σουλτάνου, αντιμετωπίζει τον ποιητή ως ραγιά. Γιατί άραγε; Για πολλά και διάφορα, μα κυρίως: Γιατί αγνοεί εκείνο που είπε ο Άναξ των Δελφών, σε κάποιον που ρωτούσε κάτι άσχετο, ενώ στην πραγματικότητα σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα εξοντώσει τον ποιητή Αρχίλοχο. Τι είπε λοιπόν η Πυθία; «Αλλοίμονο σ’ εκείνον που έβαλε στο νου του να βλάψει έναν υπηρέτη των Μουσών».

ΝΤΡΑΠΗΚΑ κι αγανάχτησα για την κατάντια της χώρας μου. Όπου δεν μας έφταναν οι Σόιμπλε και οι Ερντογάν, έχουμε και τους άλλους, τους αποκαλουμένους κατ’ ευφημισμόν ανθρώπους του νόμου. Οι οποίοι στην περίπτωσή μου (και σε χιλιάδες άλλες περιπτώσεις) τι κάνουν; Ανακαλύπτουν τον πίσω νόμο-δρόμο του Εφιάλτη, και καταστρώνουν σχέδια, για το πώς θα κάνουν να φαίνεται ο αμυνόμενος ως επιτιθέμενος, ο αδικούμενος ως ένοχος, κι εντέλει το θύμα ως θύτης. (Πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα οι πολίτες να φοβούνται, και να μην καταγγέλλουν τα εγκλήματα που πέφτουν στην αντίληψή τους. Δηλαδή, έμμεση προστασία του εγκλήματος, από εκείνους που ορκίστηκαν να το πολεμούν!!!). Ντροπή, αηδία κι αγανάχτηση. Αλλά η Νέμεσις ποτέ δεν χάνει τα χνάρια της Ύβρεως. Ώστε παντού και πάντοτε η συμπάντεια Δίκη του Αναξίμανδρου να επεμβαίνει, και «κατά την του χρόνου τάξιν» να φέρνει την κάθαρση.

Γιάννης Υφαντής, www.yfantis.gr

Αν αφαίρεσα τον μεγάλο μας Βαλαωρίτη, δεν είναι πως δεν τον εκτιμώ. Άφησα τις τρεις ζωγραφιές που μόνες τους αναδεικνύουν το θέμα όχι ως περιγραφή, αλλ’ αρχετυπικά. Η φωτογραφία τούτη του Σικελιανού, μπορεί μόνη της να εκφράσει όλους τους ποιητές. Φανερώνει τον πρωταρχικό, αιώνιο ποιητή.
Ο Γερμανός αυτός ζωγράφος (τώρα μου διαφεύγει τ’ όνομά του), απέδωσε μ’ αυτόν εδώ τον εξαίσιο πίνακα τον αρχέτυπο Έλληνα πολεμιστή των σύγχρονων χρόνων. Του οποίου χαρακτηριστικά είναι η οργισμένη του αποφασιστικότητα και η ακατανίκητη ορμή. Μια ορμή που φανερώνει πως είν’ έτοιμος να τα βάλει ακόμη και με τους θεούς, αφού το υπέρτατο γι’ αυτόν είναι η ελευθερία, η οποία δεν αποχτιέται παρά με την εξόντωση κάθε τυράννου.

_____________________________
https://wp.me/p8civZ-13c

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s